Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Έθιμα των Ρουμλιωτών κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου και των Χριστουγέννων



Οι Ρουμλουκιώτες πίστευαν ότι οι «καλ’κατζαραίοι» κυκλοφορούν πάντοτε τη νύχτα και μόλις ο πετεινός λαλούσε τρεις φορές ή χάραζε, έπρεπε να επιστρέψουν στις φωλιές τους, που συνήθως ήταν σε μέρη σκοτεινά, όπως σπίτια ερειπωμένα, χαλάσματα ή μύλοι.
Έπαιρναν μαζί τους ανθρώπους είτε για να τους ταλαιπωρήσουν, είτε για να τους κάνουν και αυτούς καλικάντζαρους, αν είχαν γεννηθεί την παραμονή των Χριστουγέννων ή κάποια άλλη μέρα του Δωδεκαημέρου και πιο συχνά τα μικρά παιδιά. Οι μανάδες τους, τους απαγόρευαν να κυκλοφορούν έξω μετά το ηλιοβασίλέμα και τους έδεναν στη μέση ένα σχοινί, στο οποίο είχαν περάσει μια κλειδαριά, ενώ το κλειδί το κρατούσαν οι ίδιες. Αντί για σχοινί, χρησιμοποιούσαν και ραγαζόσχοινο (σχοινί κατασκευασμένο από ραγάζι, είδος ψιλού καλαμιού).

Οι κάτοικοι του Ρουμλουκιού συνήθιζαν να φτιάχνουν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου, τα «καλικαντζαράκια», κουλούρες που τις κρεμούσαν στην πόρτα τους, ώστε οι καλικάντζαροι να τρώνε αυτές μόνο και να μην μαγαρίζουν τα φαγητά στην κουζίνα.
Ακόμη, σκέπαζαν τις κατσαρόλες και στο καπάκι τους σχημάτιζαν το σημείο του σταυρού με δύο κουτάλια, για να αποτρέψουν με αυτό τον τρόπο να πλησιάσουν τα δαιμόνια το φαγητό τους.

Επίσης, τοποθετούσαν ένα κόσκινο πίσω από την πόρτα του σπιτιού, όπου έβαζαν όλα τα σκουπίδια που μάζευαν την παραμονή των Χριστουγέννων, αφού δεν επιτρεπόταν να σκουπίσουν από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα, διότι η Παναγία ήταν λεχώνα. Ήθελαν να ξεγελάσουν τους καλικάντζαρους, γιατί θα έβλεπαν το κόσκινο και θα ήθελαν να μετρήσουν τις τρύπες τους. Όμως το μέτρημα θα κρατούσε μέχρι το ξημέρωμα κι έτσι θα έπρεπε να φύγουν, χωρίς να έχουν πειράξει τα πράγματα του σπιτιού. Σύμφωνα με τις δοξασίες, ήξεραν να μετράνε μέχρι το δύο και δεν τολμούσαν να προφέρουν τον αριθμό τρία, λόγω της Αγίας Τριάδος, κι έτσι μετρούσαν πάλι από την αρχή.

Αν κάποιος συναντούσε τους καλικάντζαρους στο δρόμο, θα ταλαιπωρούνταν και θα τον έπαιρναν στην φωλιά τους. Θα μπορούσε να τους ξεφύγει αν τους έριχνε μια χούφτα κεχρί. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργα όντα που είναι, θα προσπαθούσαν να μετρήσουν τους σπόρους του κεχριού, όμως επειδή είναι πολύ ψιλοί, θα αργούσαν μέχρι το ξημέρωμα, οπότε και έπρεπε να εξαφανιστούν.

Τις ημέρες αυτές οι Ρουμλουκιώτες ντύνονταν ως καλικάντζαροι, ένα έθιμο που διατηρείται από την εποχή του Βυζαντίου. Πίστευαν ότι οι ψυχές των πεθαμένων ανέβαιναν από τον κάτω κόσμο και τριγυρνούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς έλεγχο και περιορισμό.

Την 25η Δεκεμβρίου, μόλις τέλειωναν οι χαιρετισμοί, έπαιρναν τα σπουργίτια που είχαν πιάσει κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, τα είχαν διατηρήσει σε αλάτι και στη συνέχεια τα είχαν βράσει ή τηγανίσει και τα έτρωγαν. Είναι ένα έθιμο που πραγματοποιείται με το πέρας της νηστείας.

Έπειτα έκοβαν ένα μικρό ξύλο από τους φράκτες των σπιτιών των πιο εύπορων κατοίκων και το έκαιγαν στα τζάκια τους, για να έχουν και οι ίδιοι τύχη και να πάρουν αποδιακό, δηλ. να πλουτίσουν.

Στο τραπέζι είχαν μόνο πετεινό, γαλοπούλα ή χήνα, για να είναι ελαφριοί όλο τον χρόνο.

Τέλος, έστηναν γλέντι, όπου πραγματοποιούνταν τα ρουγκάτσια. Μια ομάδα φουστανελοφόρων ή ανδρών που μεταμφιέζονταν σε διάφορες μορφές ζώων κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς  περιόδευαν στα γύρω χωριά, όπου χόρευαν έναν κύκλο τεσσάρων χορών, που στο σύνολό τους ονομάζονται «ρουγκατσιάρικος». Σκοπός της τέλεσης του εθίμου, ήταν η συγκέντρωση χρημάτων, σαν ενίσχυση για την οικοδόμηση νέου ναού ή σχολείου.

Καθώς πλησίαζαν σε κάποιο σπίτι, έλεγαν:
«Ήρθαν τα Ρουγκάτσια, οι Ρουγκατσιαροί, δώστι μας πίττα μι λουκάν’κα, πίττα μι αυγά.  Ήρθαν οι Ρουγκατσιαροί».

Στην περιοδεία τους δεν έπρεπε να συνατηθούν με άλλη ομάδα Ρουγκατσιών, καθώς μια από τις δύο έπρεπε να δηλώσει υποταγή, κάτι που ήταν ατιμωτικό για το χωριό όπου ανήκε η ομάδα. Γι’αυτό και προτιμούσαν να χτυπηθούν με τα σπαθιά τους μέχρι τελικής πτώσης. Επειδή όμως είχαν σκοτωθεί αρκετοί από αυτές τις μονομαχίες, αντικατέστησαν τα σπαθιά με αντίστοιχα ξύλινα. Αργότερα, σε ανάλογη περίπτωση αντάλλασσαν οι χορευτές κρόσια από τις φούντες των φεσιών τους, μια συνήθεια που την ονόμαζαν «φιλικό».

Το όλο έθιμο των Ρουγκατσιών τελείωνε με την διοργάνωση γλεντιού, όπου συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού.

Ακόμη και σήμερα, πολλοί χορευτικοί και πολιτιστικοί σύλλογοι στο Ρουμλούκι πραγματοποιούν αυτό το έθιμο, συνδέοντας το σήμερα με την μακραίωνη παράδοσή τους.

  


ΠΗΓΕΣ:

Δημήτριος Πανταζόπουλος / «Τ’αντέτια μας. Ήθη και έθιμα από το Ρουμλούκι», Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2001


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου