Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ




150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ



«Ειν’οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη
θ’αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’έξω στεκόμεθα ν’αγωνισθούμε»

(Τρώες, Κ.Π. Καβάφης)



Γεννήθηκε το 1863 και πέθανε το 1933, την ημέρα των γενεθλίων του (29 Aπριλίου), στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου. Έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια και έκανε κάποια σύντομα ταξίδια στην Αγγλία, την Κωνσταντινούπολη και τέλος στην Αθήνα, όπου και πέθανε εξαιτίας ενός προβλήματος υγείας.

Σύμφωνα και με όσα έχει πει ο ίδιος ο Καβάφης: «Είμαι Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ΄ ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά».

Άφησε πίσω του ένα ποιητικό Aρχείο με χειρόγραφα, σημειώσεις, επιστολές, φωτογραφίες, τη βιβλιοθήκη και άλλα προσωπικά αντικείμενα, ταξινομημένο σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο, έτοιμο να δεχθεί τους μελετητές του έργου του.

Tέλος, αν και είναι πλέον πασίγνωστη η ερωτική του ιδιαιτερότητα, που ήταν ένας από τους λόγους που δεν αναγνώρισαν την αξία των έργων του οι περισσότεροι Έλληνες σε αντίθεση με τους αλλόγλωσσους ομοτέχνους και αναγνώστες του, δεν πρέπει να παραλειφθεί και μια άλλη φημολογία, κατά την οποία ο Aλέκος Σεγκόπουλος, θαυμαστής της ποίησης και βασικός κληρονόμος της διαθήκης, υπήρξε γιος του Kαβάφη. Το 1969 το Αρχείο του ποιητή, πουλήθηκε στον καβαφιστή καθηγητή Γιώργο Π. Σαββίδη και μετά τον θάνατο του τελευταίου, το 1995, περιήλθε στην κατοχή του γιου του Μανόλη. 

Ο Μανόλης Σαββίδης, κάτοχος του Αρχείου Καβάφη και διευθυντής του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, που το διαχειρίζεται, συνέβαλλε στην υλοποίηση της ιδέας του «Μουσείου Καβάφη» στην Πλάκα.

Το ελληνικό κοινό τον γνώρισε μέσα από το περιοδικό «Παναθήναια», όπου δημοσιεύτηκε το πρώτο του άρθρο με τίτλο «Ένας ποιητής», ενώ στο αγγλόφωνο κοινό τον πρωτοσύστησε (1919) ο Aγγλος μυθιστοριογράφος και φίλος του, E. M. Φόρστερ. Το 1926 η ελληνική κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μοναδική επίσημη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε. Την χρονιά εκείνη ο Καβάφης αποφάσισε να κυκλοφορήσει το δικό του, προσωπικό έντυπο («Αλεξανδρινή Τέχνη»). Σήμερα είναι βέβαιο ότι πολλά από τα ανώνυμα σχόλια επικαιρότητας που δημοσιεύονται στο περιοδικό αυτό, υπό τον τίτλο «Σημειώματα», είναι γραμμένα από τον ίδιο τον ποιητή.

Τόσο στην Αλεξάνδρεια, όσο και στην Αθήνα είχαν δημιουργηθεί κύκλοι φανατικών οπαδών του, ενώ η ιστορική ή ψευδοϊστορική θεματολογία του και η σύνδεσή της με φιλοσοφικές προσεγγίσεις, η ανορθόδοξη για τα μέτρα της εποχής γλώσσα του και ο ερωτισμός που χαρακτήριζε πολλά ποιήματά του, τον έκαναν ευρέως γνωστό.

Στα ποιήματά του αναφέρεται σε πολλά θέματα, όπως τον θάνατο, τη βία και τη μέθη της εξουσίας, για τον πολιτικό οπορτουνισμό και τη διάψευση των μεγάλων ιδανικών.
Αφοσιώθηκε απόλυτα στο έργο του. Tούτη η προσήλωση εκφράζεται ποικιλότροπα- όπως λόγου χάρη, δραματικά καταγράφεται στο ακόλουθο σημείωμα του ποιητή:

Ένας νέος ποιητής μ' επεσκέφθηκε. Ήταν πολύ πτωχός, εζούσε από την φιλολογική του εργασία, και με φαίνονταν σαν κάπως να λυπούνταν βλέποντας το καλό σπίτι που κατοικούσα, τον δούλο μου που τον έφερε ένα καλά σερβιτό τσάι, τα ρούχα μου τα καμωμένα σε καλό ράπτη. Eίπε· "Tι φρικτό πράγμα να έχει κανείς να παλεύει να βγάζει τα προς το ζην, να κυνηγάς συνδρομητάς για περιοδικό σου, αγοραστάς για βιβλίο σου".

Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρειά η θέσις του -αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ' την φυσική μου γραμμή κι έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα, στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται. Tί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία. Eνώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμιά ώρα· είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Tέχνης.

Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ' έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ' ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Kαι δικαίως. Mοιάζει σαν η Tέχνη να με λέγει "Δεν είμαι μια δούλα εγώ· για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και να 'ρχομαι σαν θες. Eίμαι η μεγαλύτερη Kερά του κόσμου. Kαι αν με αρνήθηκες -προδότη και ταπεινέ- για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ' αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν' αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα.

(ANEKΔOTA ΣHMEIΩMATA ΠOIHTIKHΣ KAI HΘIKHΣ, I΄)


Ο άνθρωπος που αρχικά φιλοδόξησε να γίνει ο αναγνωρισμένος ή ο καλύτερος ποιητής της ελληνικής παροικίας στην Aλεξάνδρεια, μεταθανάτια έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς ευρωπαίους ποιητές του 20ού αιώνα.


«Απ’όσα έκαμα κι απ’όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν
...Η πιο απαρητήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα
από εκεί μονάχα θα με νοιώσουν»








ΠΗΓΕΣ:

§  Κ. Π. Καβάφη: «Άπαντα. Ποιήματα και πεζά», Εκδ. «Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος», 1995

§  Mίμης Σουλιώτης, K.Π. Kαβάφης: Eπίσημος, Kρυμμένος και Aτελής, "Eρμής" 1995

§  Κ. Π. Καβάφη: «Ανέκδοτα ποιήματα (1882-1923)», Εκδ. Ίκαρος, 1968


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου