Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ






 Ένα από τα σημαντικότερα έθιμα της αποκριάς. Συνδέεται με τη λατρεία του Διονύσου-Βάκχου, η οποία διαδόθηκε από τη Θράκη στην Ελλάδα με τα θρακικά φύλα που κατοίκησαν πρώτα τη Θεσσαλία και μετά τις κοιλάδες του Παρνασσού και του Ελικώνα, και με γιορτές υποδέχονταν την άνοιξη (Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός»).
Η ιεροτελεστία της Μπούλας συμπίπτει με το μήνα που γινόταν ο γάμος του Διονύσου και της Βασιλίννας (15 Φεβρουαρίου – 15 Μαρτίου). Μπορούμε, λοιπόν, να ταυτίσουμε το Γιανίτσαρο με το Διόνυσο, καθώς, με το πέρασμα των χρόνων, υπήρξε αναπροσαρμογή του εθίμου στα δεδομένα της εποχής και σύμφωνα και με το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, στο λήμμα Διονυσιάδες αναφέρει ότι είναι μικρές νησίδες κοντά στην Κρήτη, οι οποίες λέγονται Γιανιτσάδες ή Γιανίτσαροι.

Στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργούνται τα τάγματα των Γενιτσάρων ή Γιανιτσάρων (γενί-τσερί: νέος στρατός), τα οποία φρουρούσαν τις πόλεις της αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργήθηκε από το παιδομάζωμα. Εκείνη την εποχή, η Νάουσα ήταν προνομιούχος πόλη και δεν είχαν γίνει παιδομαζώματα. Το 1705, μέρες αποκριάς, ο σουλτάνος, θέλησε να κάνει το πρώτο παιδομάζωμα και έστειλε τον σιλιχτάρη των ανακτόρων Αχμέτ Τσελεμπή για να εφαρμόσει τον φόρο του αίματος. Όμως οι κάτοικοι σκότωσαν τον απεσταλμένο. Πολλοί από αυτούς έγιναν κλέφτες, με αρχηγό τον Ζήση Καραδήμο. Αργότερα, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το αντάρτικο σώμα του Καραδήμου.
Έτσι, την επόμενη αποκριά, οι νέοι της Νάουσας ντύθηκαν την αρματολική τους φορεσιά, θέλοντας να τιμήσουν με αυτόν τον τρόπο όσους χάθηκαν.

Με την ιστορία του εθίμου συνδέονται εξίσου σημαντικά γεγονότα του ελληνισμού, όπως η οργάνωση και η προετοιμασία της Επανάστασης του 1821 από τους Φιλικούς, η Επανάσταση του 1821 και ο Χαλασμός της Νάουσας το 1822. Τα τραγούδια που ενσωματώθηκαν στο έθιμο περιγράφουν γεγονότα που έκαναν εντύπωση και στιγμές της καθημερινότητας.

Στο τέλος του 19ου αι. και μέχρι τον β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, συνέχισε να αναπαρίσταται το έθιμο, το οποίο διατηρείται ακόμα και σήμερα.
Ορίζεται από ορισμένους κανόνες, όπως για παράδειγμα ότι πρέπει να συμμετέχουν μόνο άντρες στο έθιμο, να ακολουθήσουν το τελετουργικό της μεταμφίεσής τους σε Γιανίτσαρο και Μπούλα, να τηρηθεί το χορευτικό και μουσικό ρεπερτόριο και να κινηθούν σε συγκεκριμένο δρομολόγιο.

Τα ρούχα της στολής του Γιανίτσαρου είναι η κοντέλα (φαρδυμάνικο πουκάμισο), η φουστανέλα, το πισλί (γιλέκο), το ζουνάρι, το σελιάχι, το οποίο είναι ζώνη που χρησιμοποιείται για πορτοφόλι ή θήκη για κουμπούρι ή παπόνια (μαχαίρια), οι μπέτσφες και τα σκουφούνια (κάλτσες) και οι βουδέτες (υφασμάτινες ταινίες που συγκρατούν τις κάλτσες) και τέλος, τα τσαρούχια.
Επίσης, πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν τα ασημικά που είναι ραμμένα στο στήθος του Γιανίτσαρου. Μπορεί να είναι κέρματα ή φυλαχτά, το κιουστέκι και οι παϊαντζίδες που κοσμούν την πλάτη, τα τοκάδια και οι κοψιάδες (αλυσίδες). Όσα περισσότερα φορά ο Γιανίτσαρος, τόσο πιο εντυπωσιακό είναι το θέαμα που προσφέρει.

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε το σημαντικότερο κομμάτι της αμφίεσης, που είναι ο πρόσωπος. Είναι μια μάσκα που φτιάχνεται με πανί και γύψο και από την εσωτερική μεριά αλείφεται με κερί, ώστε να κρατά δροσιά σε όποιον την φορά πολλές ώρες. Το μουστάκι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι. Η ίδια διαδικασία κατασκευής του πρόσωπου ισχύει και για τη Μπούλα. Και στις δύο μάσκες τα μάτια και το στόμα είναι πολύ μικρά, κάτι που δυσκολεύει πολύ τους νέους που συμμετέχουν στο έθιμο.
Το λευκό χρώμα της μάσκας συμβολίζει τη νέκρωση της φύσης και του ελληνισμού, ενώ τα κόκκινα μάγουλα συμβολίζει το ζωντάνεμα του Γένους. Το κίτρινο βαράκι (στρογγυλό σημάδι) στο μέτωπο συμβολίζει τη σκλαβιά που πεθαίνει. Παρόμοια χρώματα χρησιμοποιούνταν και στην αρχαιότητα στα προσωπεία.

Η Μπούλα αποτελείται από τα εξής στοιχεία: τα άνθη που κοσμούν το κεφάλι, τα ψιλά ασήμια στο στήθος, τη σαλταμάρκα (νυφιάτικο γελεκάκι), τις αραχνοΰφαντες τραχηλιές, τα φλουριά, την ζώστρα και τις πόρπες (κολάνια). Το φουστάνι στέκεται φουσκωτό, χάρη στα συρμάτινα στεφάνια που είναι ραμμένα στην φούστα κάτω από το φουστάνι.

Πολύ σημαντικό ρόλο στο δρώμενο παίζουν και οι μικροί Γιανίτσαροι, οι οποίοι φορούν βελούδινο σκουφάκι αντί για πρόσωπο, το οποίο έχει χρυσοκεντημένο ένα σταυρό με πούλιες και χρυσή φούντα.

Το έθιμο ξεκινά την Κυριακή της αποκριάς μέχρι την Καθαρά Δευτέρα. Μια εξαίρεση γίνεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπου ξαναντύνονται Μπούλες και πηγαίνουν στο Σπήλιο, χωρίς να φορούν τον πρόσωπο. Το έθιμο συνδέθηκε με την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1822, όπου την Επανάσταση ακολούθησε ο μεγάλος Χαλασμός. Την αποκριά της επόμενης χρονιάς, ντύθηκαν οκτώ παλικάρια Γιανίτσαροι και Μπούλα, για να τιμήσουν τις ψυχές των νεκρών με χορό και να βοηθήσουν τον Αγώνα που συνεχιζόταν σε πολλές περιοχές της χώρας από πολλούς Ναουσαίους. Οι Μπούλες μάζευαν χρήματα που τους έδιναν και οι Τούρκοι, τα οποία στη συνέχεια τα διέθεταν για τον Αγώνα.

Με το πέρασμα των χρόνων συνεχίστηκε το έθιμο και πήρε πανηγυρικό χαρακτήρα, με γλέντια και χορούς.







ΠΗΓΗ:

Τάκης Μπάϊτσης: «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας», Εκδ. «Γενίτσαροι και Μπούλες», 2010



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου