Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ!!!



  Αντήστε να πηγαίνουμε,
                                             γιατ’ έρχεται ο ζουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
                       και με τη βρεχτούρα του



Είναι τα δαιμόνια του 12ημέρου. Λέγονται και Παγανοί, Λυκοκάντζαροι, Λυκοτσάγκαροι, Πλανήταροι, Κάηδες, Βερβεζούδες, Καλοκυράδες και Τζόγιες (είναι εξευμενιστικά ονόματα που προσδίδουν στα δαιμόνια για να τα καλοπιάσουν) και Μνημοράτοι, γιατί βγαίνουν από τα μνήματα. Αυτό που φοβούνται κυρίως είναι η φωτιά.

Χωρίζονται στους Καλκάδες Καλικάντζαρους, οι οποίοι τρώνε τα φαγητά και γλυκά που υπάρχουν στα σπίτια και σε αυτούς που πάνε στους νερόμυλους, στις ρεματιές και στα τρίστρατα και χώνονται στα κελάρια.

Κάποια ονόματα καλικάντζαρων που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία είναι τα εξής:
ο Ψιλοβελόνης-Μακαρόνης, ο Μαντρακούκος-Ζυμαρομύτης-Παρορίτης, ο Ανέμης-Κοψομεσίτης, ο Τραγοποδιάρης-Σμυρδάκης, ο Πλανήταρος-Καρλάφτης, η Βερβεζού-Τρίμουρη-Τζόγια, ο Τρικέρης-Τριχερούσης, ο Κολησέντης-Καλισπούδης-Φάφουτας, ο Παγανός-Μονόματος-Γουρλός, οι τρίδυμοι: Καρκόγδης, Μπογλερίτης, και Γαβεγδέμπος, ο Παρπύρης, ο Ξουρίχτης, ο Γκιτζίρης, ο Μπιρμπίνης και ο Ξιφώτης-Πρισκομούρης.

Παρακάτω, παρατίθενται τα ονόματα καλικάντζαρων που ανήκουν στην άλλη κατηγορία: ο Βουρβούκαλκας-Σκαλούμπακας, ο Κολυμπάδης, ο Αλισκάντζαρος, ο Καρκαλέτσος, ο Τρικλοπόδης-Τριπλοπόδης, ο Καημπίλης, ο Διπλοτζήτης, ο Κατσιάς, ο Ατσίδας, ο Λυκοκάντζαρος-Ζαρτουλάνος, η Πικασσόμπρα-Ζεμπεκάνα, ο Παγανός Τρίχας, ο Σάφακας, η Μπαρλούγκα, ο Μέτουλας-Σάτουλας, ο Σπέρδουλος, ο Νταχαντέιρος, η Μουράγια-Ντάπια, ο Καλικάντζαρος-Κάνθαρος και ο Ορνίας.

Σύμφωνα με την παράδοση, ζουν όλο τον χρόνο στα έγκατα της γης και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη στηρίζει, αλλά όταν κοντεύουν να το κόψουν, τότε έρχεται ο καιρός που ανεβαίνουν πάνω στη γη και πειράζουν τους ανθρώπους. Μέχρι να κατέβουν και να συνεχίσουν το έργο τους, το δέντρο έχει γίνει όπως πριν και πρέπει να ξεκινήσουν να το κόβουν πάλι από την αρχή. Αυτό το δέντρο είναι ο Ήλιος, γιατί χάρη σ’αυτόν υπάρχει η φύση, μέσα στην οποία ζούμε.
Οι εχθροί του ήλιου, οι καλικάντζαροι, αρχίζουν ξανά να ροκανίζουν αυτό το δέντρο του ήλιου, το δέντρο της ζωής, ως την παραμονή των επόμενων Χριστουγέννων, που θ’ανέβουν και πάλι πάνω στη γη.

Είναι οι Κήρες ή Νεκυδαίμονες (ψυχές που κατοικούν στον Άδη), οι οποίες, όπως πίστευαν στην αρχαία Αθήνα, έφευγαν από τον Άδη και περιφέρονταν ανάμεσα στους ανθρώπους.
Για να προστατευτούν από αυτά τα δαιμόνια, οι Αθηναίοι, περνούσαν κόκκινη κλωστή γύρω από τα ιερά τους, με σκοπό να δημιουργήσουν έναν μαγικό κύκλο, μέσα από τον οποίο δεν μπορούσαν να περάσουν οι ψυχές, άλειφαν με πίσσα τις πόρτες των σπιτιών και μασούσαν ένα είδος αγκαθωτού θάμνου, για να εμποδίσουν την είσοδο των ψυχών στα σπίτια και τα σώματά τους. Τέλος, τις έδιωχναν λέγοντας: «θύραζε, Κήρες, ουκέτ’Ανθεστήρια».

Παρόμοια έθιμα με αυτά των Ανθεστηρίων, βρίσκουμε στις Σκανδιναβικές χώρες. Και εκεί πιστεύουν ότι οι νεκροί επισκέπτονται τις παλιές κατοικίες τους, γι’αυτό τους ετοιμάζουν το κρεβάτι και το φαγητό.

Κατά τη λαϊκή παράδοση, καλικάντζαροι γίνονται τα παιδιά που γεννιούνται τα Χριστούγεννα, επειδή η σύλληψή τους εμπίπτει με την ημέρα του Ευαγγελισμού. Αν γεννηθεί ένα παιδί την περίοδο των Χριστουγέννων, το δένει η μητέρα του με πλεξούδα από σκόρδα ή με ψαθόσκοινο από το χέρι της, για να το εμποδίσει να πάει με τους καλικάντζαρους.

Μια άλλη αντίληψη για τα δαιμόνια αυτά, είναι ότι αφορμή για τη δημιουργία τους έδωσαν οι μεταμφιέσεις, που γίνονταν τις μέρες του Δωδεκαημέρου κατά τους βυζαντινούς χρόνους, επειδή οι μεταμφιεσμένοι ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους.
Με το πέρασμα του χρόνου, συνδέθηκε η ενοχλητική συμπεριφορά των μασκαρεμένων, με τις ψυχές των πεθαμένων και μέσα από τις δύο αυτές αντιλήψεις προέκυψε η ιδέα των καλικάντζαρων.

Έχουν διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι μαύροι, άσχημοι, πολύ ψηλοί και να φορούν σιδεροπάπουτσα (Σάμος). Ή μαυριδεροί, με κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και χέρια μαϊμούς, με τριχωτό σώμα (Άργος). Ή κατά τους Αραχοβίτες, κουτσοί, στραβοί, μονόφθαλμοι, μονοπόδαροι και πολύ κουτοί. Κατά τους Κυπρίους, οι καλικάντζαροι παρουσιάζονται σαν κουβάρια στους ανθρώπους. Όταν σκύβουν να τα πιάσουν, αυτά κυλούν μόνα τους και μετά μεταμορφώνονται σε γάιδαρο ή καμήλα. Αν τα ακολουθήσει ο άνθρωπος και ανέβει σε ένα από αυτά, τότε το ζώο ξαφνικά αρχίζει να ψηλώνει και τον ρίχνει από μεγάλο ύψος στο έδαφος.

Πειράζουν τους νυχτερινούς διαβάτες ή τους σέρνουν στον χορό που στήνουν, για να τους πιάσουν την κουβέντα και να τους πάρουν τη μιλιά.
Ή κατεβαίνουν από τις καπνοδόχους και κατουρούν την φωτιά. Γι’αυτό σε κάθε σπίτι φροντίζουν να αγιάζουν τη στάχτη το πρωί ή να την πετάνε έξω από το σπίτι, γιατί φοβούνται ότι είναι μιασμένη.
Όταν βρούνε δουλειά μισοτελειωμένη, την καταστρέφουν.

Για να προστατευτούν οι άνθρωποι από τα δαιμόνια αυτά, έκαναν έναν σταυρό στην πόρτα, έριχναν αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στην φωτιά, ώστε από την άσχημη μυρωδιά και τον θόρυβο που κάνει το αλάτι καθώς καίγεται να τα αποτρέψουν να μπουν στα σπίτια τους. Ακόμη, έβαζαν ένα κόσκινο στο άνοιγμα της καπνοδόχου για να τα εμποδίσουν να μπουν, αλλά και για να τα απασχολήσουν, καθώς μετρώντας τις τρύπες του, χάνουν το μέτρημα ή δεν μπορούν να πουν τον αριθμό «τρία» κι έτσι, δεν συνεχίζουν να μετρούν και χάνουν την ώρα τους μέχρι να ξημερώσει, όπου τότε αναγκάζονται να φύγουν.
Επίσης, φρόντιζαν να έχουν ένα κόκαλο χοίρου στο τζάκι και να υπάρχει ένας δαυλός αναμμένος, μιας και φοβούνται την φωτιά.

Στην Κύπρο, την τελευταία μέρα του 12ήμερου, που φεύγουν οι καλικάντζαροι, τους φτιάχνουν ξεροτήγανα. Στην Αγχίαλο, ετοιμάζουν γλυκά, τα «γκουλογκάτζια» και τα μοιράζουν στα σπίτια. Στη Μικρά Ασία, μερικοί, μιμούμενοι τους καλικάντζαρους, κατέβαζαν από την καπνοδόχο ένα καλάθι με ένα άδειο μπουκάλι και περίμεναν μέχρι οι νοικοκύρηδες του σπιτιού να γεμίσουν το καλάθι με παστουρμά και σαραγλί και το μπουκάλι με κρασί, για να το ανεβάσουν πάλι επάνω.


Όταν έρχονται οι καλικάντζαροι, λένε:
«Σ’τις εικοσιπέντε Δεκεμπριού,
έρχεται το στράτεμα του Καλικαντζαριού»

Όταν φεύγουν την παραμονή των Φώτων λένε:
«Σ’τις πέντε του Γενάρη,
φεύγουν οι καλικαντζάροι»

Για να φύγουν, οι άνθρωποι έκαιγαν ένα παλιοτσάρουχο, με την ελπίδα ότι η δυσωδία θα τους αποτρέψει να μπουν στο σπίτι τους, λέγοντας τα εξής:
«Παλιοτσάρουχο μυρίζει εδώ,
μουντζώτε τούτο το χωριό»

Τέλος, για να διώξουν τους καλικάντζαρους με το αγίασμα, έλεγαν:
«Φέγατε, να φύγουμε,
τί έφτασ’ ο τουρλόπαπας,
με την αγιαστήρα του.
Ο παπάς με αγιασμό,
χωριανοί με το θερμό»




Δέκα μέρες και δυό!

Οι Καλικάντζαροι!
Οι Κολιτσάγγαροι!
Απ’της γης στα Γέννα, ερχόμαστε!
Λάου, λάου συρτά
σιγανά και μουντά
ολούθε, παντού χωνόμαστε!

Τζάκι, στάχτ’η φωτιά!
Κρασί, λάδ’ η φαγιά!
Στο πιθάρι στ’αλεύρι τρυπώνουμε!
Στα ψηλά στα βαθιά
στα κρυφά στ’ανοιχτά
κόσμο σπίτια’νω κάτω τα φέρνουμε!

Δέκα μέρες και δυό!
Τρέχα, πήδα χορό!
στη γης, και όπου βρισκόμαστε!
Φώτα σα’ρθη η Γιορτή
κι ο Χριστός βαπτισθεί
Ντζουμ! Πριτς…Χανόμαστε!






ΠΗΓΕΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γεώργιος Α. Μέγας: «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας», Εκδ. «Εστία», 2001
  2. Κώστας Ρωμαίος: «Οι Καλικάντζαροι», 1955
  3. Κώστας Ρωμαίος: «Κοντά στις ρίζες. Έρευνα στον ψυχικό κόσμο του ελληνικού λαού», 1959
  4. Νικόλαος Γ. Πολίτης: «Παραδόσεις περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού», τ. Β’, Εκδ. «Ιστορική Έρευνα», 1904
  5. Γεώργιος Α. Μέγας: «Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας», Εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1975
  6. Δημήτριος Σ. Λουκάτος: «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών», Εκδ. Φιλιππότη, 1979
  7. Θάνος Βελλούδιος: «Αερικά-Ξωτικά και Καλικάντζαροι», 19;;
  8. Άλκης Κυριακίδης-Νέστορας: «Οι 12 μήνες. Τα λαογραφικά», Εκδ. Μάλλιαρης-Παιδεία, 1986
  9. Κώστας Καραπατάκης: «Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Λαογραφικό», Εκδ. Συμεών Χατζηηλίου, 19;;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου