Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ!






Όλοι τηρούσαν τη νηστεία και τις εδαφιαίες μετάνοιες κάθε πρωί και βράδυ, την Τετάρτη και Παρασκευή. Είχαν δύο Κυριακές αποκριάς. Την Κυριακή-κρεατινή, έτρωγαν κρέας, ενώ την Κυριακή-τυρινή, έτρωγαν αυγό και τυρί.

Εκείνες τις μέρες τιμούσαν τους νεκρούς, καθώς πίστευαν ότι ανακουφίζουν τις ψυχές τους με τα μνημόσυνα που διατελούσαν, τις συχνές διανομές κολλύβων, πιλαφιών, κρεάτων και φαγητών στους φτωχούς. Είχαν την πεποίθηση ότι με αυτόν τον τρόπο, αν δεν πεινάνε οι φτωχοί, τα κοντινά τους πρόσωπα που έχουν πεθάνει θα είναι σε καλύτερη θέση.

Την Καθαρά Δευτέρα συνήθιζαν να καθαρίζουν το σπίτι, αλλά να αφήνουν τα πιάτα της Κυριακής άπλυτα, για να χορτάσουν οι πεθαμένοι.

Μετά τη γενική καθαριότητα του σπιτιού, έκαναν σε έναν τοίχο που έπεφτε το φως του ήλιου τη μέρα και του φεγγαριού το βράδυ κάποια σχέδια βουτώντας το δάχτυλό τους σε αλεύρι, όπου σχημάτιζαν ένα τριγωνικό σχήμα ή ένα φεγγάρι με σταυρό από κάτω για να «ευχαριστήσουν» για τα πλούσια αγαθά που τους παρέχει η φύση. Επίσης ζωγράφιζαν και το σχήμα της καμήλας, καθώς θεωρούσαν ότι φέρνει καλή τύχη.

Στον Πόντο, καθάριζαν σχολαστικά το σπίτι, έβραζαν νερό και στάχτη και καθάριζαν τα χαλκωματένια και μετάλλινα μαγειρικά σκεύη και τα κουταλοπίρουνα, καθώς και τα ξύλινα είδη (τραπέζια, κρεατοσανίδα, ψαροσανίδα και ξύλινα δοχεία για αποθήκευση βουτύρου και γιαουρτιού). Τα καθάριζαν στην παραλία με άμμο, έξυναν το εσωτερικό με μαχαίρι και τα ξέπλεναν με θαλασσινό νερό.

Συνήθιζαν να έχουν διπλά ξύλινα κουτάλια, ώστε κατά τη διάρκεια της νηστείας να μην χρησιμοποιούν αυτά που μαγείρευαν αρτύσιμα φαγητά για να μην υπάρξει κίνδυνος να αρτυθούν, αφού τα ξύλινα κουτάλια απορροφούν το λίπος των φαγητών και δεν καθαρίζονται καλά.

Το ίδιο έκαναν και για τα πήλινα σκεύη που διέθεταν, τα είχαν διπλά.
Τα μετάλλινα σκεύη μετά το καθάρισμα τα γάνωναν.

Τα φαγητά που περίσσευαν από την αποκριά (εμπονέστα), τα έδιναν στις Τουρκάλες που περνούσαν στις γειτονιές. Αν κάποιοι είχαν ξενυχτίσει γλεντώντας, είχαν το δικαίωμα να φάνε από τα περισσεύματα, χωρίς να θεωρηθεί ότι χαλούν τη νηστεία τους. Μόλις όμως ξάπλωναν να κοιμηθούν, έχαναν το δικαίωμα αυτό. Όλοι οι άλλοι είχαν φάει ένα αυγό πριν κοιμηθούν, γιατί έλεγαν ότι:
«με τ’ωβόν εβούλωσα-το, με τ’ωβόν θ’ανοίγ’ατο»
(με το αυγό βούλωσα το στόμα μου, με τ’αυγό θα τ’ανοίξω)

Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας κρεμούσαν στην τραπεζαρία του σπιτιού, τον κουκαρά, ένα κρεμμύδι που το έβαφαν μαύρο και έφτιαχναν τα μάτια με κιμωλία και του έβαζαν εφτά φτερά κότας για να μετράνε τις εφτά βδομάδες της Σαρακοστής,





ΠΗΓΕΣ:
  • Θανάσης Κωστάκης: «Το Μιστί της Καππαδοκίας», 1977
  • Γεώργιος Π. Μαυροχαλυβίδης: «Η Αξό Καππαδοκίας», 1990
  • Ξενοφώντας Κ. Ακόγλου: «Λαογραφικά Κοτυώρων. Από τη ζωή του Πόντου», 1939